Google Website Translator Gadget

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ!

Εμείς που βλέπουμε κάθε μέρα τους γονείς μας να ιδρώνουν για την επιβίωση μας στα εργοστάσια και τις μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας, να παλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ σε ένα εστιατόριο ή μια μικρή επιχείρηση, εμείς που σαν μαθητές πολλές φορές δουλεύουμε για να βοηθήσουμε τους γονείς μας, γνωρίζουμε ότι για τα καθημερινά βάσανα της οικογένειάς μας δεν φταίει ο συμμαθητής μας που έχει άλλο χρώμα, άλλη θρησκεία ή είναι από άλλη χώρα.

Η φασιστική Χρυσή Αυγή και οι αδελφές της ναζιστικές οργανώσεις στην Γερμανία με τα ψέματά τους και τους τραμπουκισμούς τους έχουν ένα στόχο: Να τρομοκρατήσουν εμάς και τους γονείς μας για να μην αντιδράσουμε με τη δίκαιη οργή και αγανάκτηση που κάθε μέρα νιώθουμε, να μείνουν στο απυρόβλητο οι πολιτικές του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του, που εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους και τους νέους στην Ελλάδα και τη Γερμανία.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΠΟΜΟΝΩΝΟΥΜΕ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΙΤΛΕΡΙΚΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, ΤΩΝ ΟΜΟΪΔΕΑΤΩΝ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ!

ΔΥΝΑΜΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ!

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ!

«Ανοικτό γράμμα» Ελλήνων μαθητών της Γερμανίας κατά της Χρυσής Αυγής

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Τέλος εποχής (1)

Τυπικά, οι δεκαετίες έχουν τα γνωστά αριθμητικά όρια. Ουσιαστικά, όμως, αν μιλάμε για το πνεύμα της κάθε εποχής, τα όρια τους είναι ρευστά.
Η δεκαετία του 2000, για να μείνουμε στην τελευταία, δεν άρχισε παρά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, με την πτώση των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη και την έναρξη της αντιτρομοκρατικής υστερίας. Όσο για το τέλος της, ήρθε κάπως νωρίς, και για την ακρίβεια τον Οκτώβριο του 2008, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Εκείνο το μήνα, ήταν σαν να διαβαίναμε, σχεδόν ολόκληρη η ανθρωπότητα, ένα αόρατο σύνορο, μια φανταστική Πύλη. Στη νέα αυτή εποχή, στον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» της δεκαετίας του 2010, όπου εισήλθαμε ήδη από τότε, αλλάζουν πολλά.
Ίσως, μάλιστα, να πρόκειται για ένα πολύ σπουδαιότερο όριο: όχι μόνο η αλλαγή μιας δεκαετίας πια, αλλά το πραγματικό γύρισμα του αιώνα. Γιατί το οικονομικό κραχ δεν φέρνει μόνο τη κατάρρευση του καταναλωτικού μοντέλου και του ατομικισμού, αλλά και την ανάδυση του συλλογικού.
Πρόκειται για αληθινό σεισμό, που επαναφέρει στο προσκήνιο, αντί του εγώ, το εμείς, και κυρίως τις ταξικές διαφορές. Την κόκκινη διαχωριστική γραμμή τους, που σαν ρωγμή διατρέχει τις κοινωνίες, σκίζοντας τες στα δύο.
Τη γραμμή που χάραξαν με αίμα, κάποια άλλα Δεκεμβριανά, όχι τα περσινά, του 2008, αλλά του 1944.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ ότι η πρώτη αντίδραση, διεθνώς, υπήρξαν οι ταραχές στην Ελλάδα, δύο μήνες μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ.
Αντίδραση έμμεση, ασφαλώς, αφού οι ταραχές ξεκίνησαν με αφορμή τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από έναν ειδικό φρουρό της Αστυνομίας.
Αυτή η πολυήμερη, πανελλαδικής εμβέλειας, νεανική εξέγερση, που προκάλεσε τεράστιες υλικές καταστροφές κυρίως στην Αθήνα, έκανε ταχύτατα το γύρο του πλανήτη, σχεδόν σε ζωντανή, καθημερινή αναμετάδοση (κάτι αδύνατον στις προ Ίντερνετ εποχές).
Και οι ξένοι έσπευσαν να δουν στο ελληνικό ξέσπασμα, ένα προανάκρουσμα όσων επίκεινται στις δικές τους χώρες. Ιδού οι συνέπειες του κλειστού, ζοφερού οικονομικά ορίζοντα, σε συνδυασμό με την απειλή της κοινωνικής και ταξικής καταβαράθρωσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι, στην Ελλάδα, τη συμβολική αυτή σπίθα του 2008, την αποκαλέσαμε, (στον παραδοσιακό Τύπο και στα ηλεκτρονικά μίντια) Μικρά Δεκεμβριανά. Στο εξωτερικό, αγνοούν τα συμφραζόμενα. Στο εξωτερικό, δεν θυμούνται πια, τι ακριβώς ήταν τα Μεγάλα.
Τα σκέτα Δεκεμβριανά.


Σαν συμβολή στη σκέψη του επερχόμενου, απόσπασμα (σελ. 377-378) από το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου "Η πιο κρυφή πληγή" εκδ. Ίκαρος, Νοέμβριος 2012.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Καλό σου ταξίδι, ήδη μας λείπεις...

"Τι να κάνουμε; Να ξαναφτιάξουμε την πατρίδα μας. Να ξαναεποικίσουμε τη γη μας. Να ξαναστήσουμε τη γεωργία μας. Έχουμε μια χώρα παράδεισο. Παράγουμε τα πάντα και τόσο εκλεκτά. Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη. Να πάνε στο διάολο οι δανειστές και τα χρέη μας. Τι θα κάνουν; Θα μας στείλουν τους πεζοναύτες; Θα υποφέρουμε, αλλά θα υποφέρουμε για μας και ό,τι δημιουργήσουμε θα είναι δικό μας πια.
...Η κρίση είναι πολυεπίπεδη, δεν είναι μονάχα οικονομική. Ουσιαστικά είναι κρίση αξιών και χρεοκοπίας του λογοκρατούμενου και τεχνοκρατικού πολιτισμού μας".
...
"Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης.
Δεν είναι μια «πίστη» σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής...
Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας."

Ο Χρόνης Μίσσιος έφυγε...


"Χρυσή Αυγή"


Αναρωτιέμαι τι σόι Έλληνας είναι αυτός που δε μπορεί να μιλήσει ή να γράψει δυο σωστά Ελληνικά. Εν τω μεταξύ έχουν παρασυρθεί και κάποιοι ανόητοι ή αφελείς που νομίζουν ότι έτσι αγαπούν περισσότερο τη πατρίδα μας ώσπου στο τέλος θα σφαχτούμε μεταξύ μας.
Κάνω έκκληση σε κάθε έναν που του έχει μείνει λίγο μυαλό στο κεφάλι του και δεν είναι προβοκάτορας να σταματήσει να προκαλεί γιατί στο τέλος θα μας πάρει όλους ο διάολος.
Όσοι έχουν σαν επιλογή τους το δρόμο της βίαιης αντιπαράθεσης θα πρέπει να ξέρουν ότι στο τέλος νικά αυτός που έχει τους λιγότερους ηθικούς φραγμούς.
Εγώ τον φοβάμαι αυτό το δρόμο.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ο έρωτας, δηλαδή η ζωή είναι ανώτερη από κάθε ιδεολογία κι από κάθε πολιτική στράτευση

................

Στην «Πιο κρυφή πληγή», μιλάω αναλυτικά για το κοινωνικό αυτό φαινόμενο, μέσω της ηρωίδας που είναι δημοσιογράφος και επιχειρεί μια ανατομία των Αγανακτισμένων, όσο και μια απόπειρα σύνδεσής τους με τα Δεκεμβριανά του ’44.

Σύνδεση, με την έννοια ότι ξαναβγήκαν οι μάζες στους δρόμους, και ότι κάτι συλλογικό γεννιόταν εκείνες τις μέρες. Κι ας επρόκειτο για κάτι αυθόρμητο και τυφλό, με υλικά ετερόκλητα: μισο-χρυσαυγίτικα, μισο-συριζαίϊκα, μισο-ανεξάρτητων Ελλήνων του Καμμένου ― ο κόσμος των Αγανακτισμένων ήταν όλα αυτά μαζί και χωριστά.

Αφενός, λοιπόν, η έξοδος των μαζών στους δρόμους και το γεγονός ότι σηκώθηκαν από τον καναπέ τους και εγκατέλειψαν το κουκούλι του ατομικισμού τους. Και αφετέρου η αγανάκτηση η ίδια, σαν προπομπός μιας ταξικής σύγκρουσης, μιας αντιπαράθεσης που κατάγεται –ίσως- από τον εμφύλιο.

Κρ.Π.: Ως ένα αδιαχείριστο πρόβλημα, που το σέρνουμε ως τις μέρες μας, όπως αναφέρουν ακόμη και ιστορικοί;

Β.Ρ.: Ο εμφύλιος ως άλυτο πρόβλημα, που το κουβαλάμε ακόμα, και γι’ αυτό ακριβώς πάντα είμαστε επιρρεπείς σε έναν νέο. Άρα, σαν να διαφάνηκε ο φόβος ενός νέου εμφυλίου, με τους Αγανακτισμένους.

Κρ.Π.: Η ερωτική ιστορία… σου εμφανίστηκε ως ιδέα, μέσα στους Αγανακτισμένους;

Β.Ρ.: Εκεί μου πρωτοήρθε η ιδέα και έδεσε με το υλικό των Δεκεμβριανών του ’44. Το κλίμα και η ατμόσφαιρα στο Σύνταγμα είχε ώρες ώρες κάτι το ευφορικό και ερωτικό. Τα πρόσωπα έλαμπαν, σαν κάτι απογεύματα στις καλοκαιρινές διακοπές, που οι άνθρωποι νιώθουν πληρότητα.

Κρ.Π.: Μια σύγχρονη ερωτική που συνδέεται με τον εμφύλιο…

Β.Ρ.: Αρχίζει στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν οι δύο κεντρικοί ήρωες είναι ακόμα έφηβοι, και φτάνει ώς το καλοκαίρι του 2011, με τους Αγανακτισμένους. Μια ερωτική ιστορία απολύτως σύγχρονη, που όμως συνδέεται με τα Δεκεμβριανά του ’44.

Κρ.Π.: «Λύνεται» μέσα από την ιστορία του βιβλίου αυτή η σύνδεση;

Β.Ρ.: Αυτό που κατάλαβα γράφοντας, είναι ότι ο έρωτας παραμένει ανώτερος από τις ιδεολογίες κι από τα όποια επιχειρήματα. Συχνά, δε, κρύβεται απλώς πίσω τους.

Κρ.Π.: Ο έρωτας ως ουσία της ζωής;

Β.Ρ.: Ακριβώς. Κι αυτό είναι κάτι παγκόσμιο, πανανθρώπινο, και ταυτόχρονα πολύ δικό μας, ελληνικό. Ίσως τα μικρά μεγέθη και το γλυκό φως (ούτε εκτυφλωτικό ούτε σβησμένο από ομίχλες, όσο πρέπει), να μας υποχρεώνουν να εκτιμάμε προπαντός τη ζωή, και τίποτε άλλο.

............................

Κρ.Π.: Το στοίχημα ποιο είναι, όμως, σήμερα; Μήπως, από τη μια να μη χάνουμε την ανθρωπιά μας και να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, και από την άλλη να δείχνουμε έναν άλλο δρόμο ώστε να λυθούν τα... τραγικά προβλήματά μας, από εκείνον που οδήγησε στα Δεκεμβριανά;

Β.Ρ.: Αυτό ακούγεται λίγο σαν τετραγωνισμός του κύκλου.

Κρ.Π.: Αν, όμως, ωραιοποιούμε τα πράγματα, ή στρογγυλεύουμε τις γωνίες, δεν γινόμαστε έως και απάνθρωποι σε σχέση με εκείνους που έχουν υποστεί με τον πιο σκληρό τρόπο τα αποτελέσματα αυτής της κρίσης; Επίσης, δεν υπάρχει ο κίνδυνος ν' αρχίσει ο κόσμος να... συνηθίζει, από την μικρότερη αδικία έως και σε ότι αποτρόπαιο συμβαίνει γύρω του;

Β.Ρ.: Πιστεύω ότι τα όρια είναι δυσδιάκριτα και ότι όσοι εξωραΐζουν την κατάσταση έχουν εξίσου άδικο με όσους τη διεκτραγωδούν. Επί παραδείγματι, υπάρχει η απόπειρα ενοχοποίησης των λαϊκών μαζών από το κατεστημένο («όλοι μαζί τα φάγαμε»). Ταυτόχρονα, όμως, και μεγάλο μέρος του λαού δεν είναι αθώα περιστερά, έχουν διαφθαρεί πια οικτρά και πολλοί μη-προνομιούχοι. Αν αρχίσεις, λοιπόν, να μοιράζεις τώρα ευθύνες, θα το βρεις αργότερα μπροστά σου.

Κρ.Π.: Και ποιος θα κρατήσει "ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους "; Ποιός θα μιλήσει για όσους δεν φταίνε σε τίποτα και πρέπει να υποστούν τα αποτελέσματα του τρόπου ζωής... κάποιων -ασυνείδητων- άλλων;

Β.Ρ.: Πιθανότατα κανείς, εάν δεν το κάνουν οι ίδιοι. Εξάλλου παράπλευρες απώλειες υπάρχουν σε κάθε ιστορική περίοδο: είτε με παχιές αγελάδες είτε με ισχνές και με κρίση. Επίσης σήμερα η εξαχρείωση είναι τόσο γενικευμένη, ώστε οι ελάχιστοι αθώοι χάνονται άδικα. Όταν δεν αποτελείς μια μειοψηφία δυναμική, καταλήγεις το αιώνιο θύμα.

..................................

Β.Ρ.: Όντως. Και ο κίνδυνος είναι να γίνεις πιο βίαιος και πιο επιθετικός απ’ ό,τι πρέπει. Ή, από φόβο ότι θα αδικήσεις τον άλλον, να παρα-είσαι εφησυχασμένος, και να αδικείς τελικά και τον εαυτό σου και τον άλλον ― γιατί αυτό κάνεις όταν απέχεις από τα κοινά και καταντάς συνεργός στο κακό.

Υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες και ατέλειες και δυσλειτουργίες στη νεοελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό ακριβώς και κινδυνεύουμε να αναβιώσουν τα Δεκεμβριανά. Επειδή είμαστε μια κοινωνία βαθιά προβληματική, με σήμα κατατεθέν της την αναξιοκρατία, με μια αγκυλωμένη κρατική μηχανή, με κραυγαλέα απουσία δικαιοσύνης, με παροιμιώδη ατιμωρησία υπεύθυνων για κολοσσιαία οικονομικά σκάνδαλα. Και την ίδια στιγμή, έχουμε τον βίαιο εξαναγκασμό σε πτώχευση όχι της χώρας, αλλά του χαμηλοσυνταξιούχου και του μικρομεσαίου, του μη-προνομιούχου.

Από την άλλη, παρότι πρόκειται για το πιο πολιτικοποιημένο μου μυθιστόρημα, παρότι θίγονται εν εκτάσει ο εμφύλιος και η σημερινή πολιτική κατάσταση, και είναι σχεδόν ακατόρθωτο σε ένα τέτοιου είδους γραπτό να μην πάρεις θέση ― σήμερα που το έχω τελειώσει, καταλαβαίνω ότι το μυθιστόρημά μου λέει κάτι φαινομενικά εναντίον της πολιτικής. Ότι ο έρωτας υπερβαίνει και τις ιδεολογίες και τους εμφυλίους, και συχνά κρύβεται πίσω από μια στράτευσή σου υπέρ της άλφα ή της βήτα άποψης.

Αν ήταν μαθηματικό θεώρημα «Η πιο κρυφή πληγή», ναι, θα έλεγε ότι ο έρωτας βρίσκεται υπεράνω όλων. Ο έρωτας, δηλαδή η ζωή. Αυτή ρυθμίζει τα πράγματα, και είναι ανώτερη από κάθε ιδεολογία κι από κάθε πολιτική στράτευση. Αυτή έχει σημασία, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα νομίζουμε από εδώ και πέρα, που εντείνεται και πολώνεται η κατάσταση, σε συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν μέχρι και σε έναν εμφύλιο.

........................

Και για να επιστρέψω στο θέμα του εμφυλίου: σε μια τέτοια σύρραξη, το θέμα δεν είναι ποιοι έχουν δίκιο, αλλά ότι τελικά καταντούν και οι δύο πλευρές δήμιοι. Το θέμα είναι ότι μπαίνει ολόκληρη η κοινωνία σε έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος εξαφανίζει οποιονδήποτε έχει την παραμικρή αντίρρηση.

Κρ.Π.: Χάνεται ο διάλογος...

Β.Ρ.: Χάνεται η ουσία και χάνεται ένα πολύτιμο κομμάτι, που αποτελείται από τους πιο ανήσυχους κι από όσους είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Αυτοί οι αντιρρησίες, οι αμφισβητίες, οι αιρετικοί και οι αταξινόμητοι, λειτουργούν ως καταλύτες για τη ζύμωση μέσα στους κόλπους της κοινωνίας. Και χωρίς αυτούς, οι υπόλοιποι παραλύουν και μαραίνονται. Οι αταξινόμητοι που δρουν ως καταλύτες προστατεύουν την κοινωνία από το να μη γίνει απάνθρωπη αγέλη ― γι’ αυτό είπα πριν ότι είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Κρ.π.: Και τη συνύπαρξη;

Β.Ρ.: Ναι, αυτά πάνε μαζί, ή δεν υπάρχουν καθόλου. Και γι’ αυτό, λόγω της ύπαρξης που σημαίνει συνύπαρξη, γεννιούνται και όλα αυτά τα πελώρια ζητήματα.

Πού αρχίζει και πού σταματά η βία; Πότε γίνεται αποδεκτή ή δίκαιη; Είναι μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης ή μια διαστροφή της; Ερωτήματα αναπάντητα ίσως, και από τη φιλοσοφία και από τη ζωή.

Κρ.Π.: Όταν, όμως, αναγκαστείς να απαντήσεις με βία, όταν φτάσεις στο έσχατο σημείο της βίας, πρέπει να έχεις υπόψιν σου ότι εκεί μιλά και κερδίζει όποιος έχει τη δυνατότερη βία. Οπότε, ο νικητής δεν είναι αυτός που έχει δίκιο, αλλά εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη στη βία.

Β.Ρ.: Μα το φοβερότερο όλων δεν ήταν ο εμφύλιος, όπως νομίζει ο περισσότερος κόσμος, αλλά το τι επακολούθησε.

Η μετεμφυλιακή περίοδος ήταν το μεγάλο σιδέρωμα (με την έννοια της βίαιης τακτοποίησης, αλλά και της προκρούστειας προσαρμογής) της ελληνικής κοινωνίας, με εξορίες, με φυλακές, κυνηγητά, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, φακέλους κι όλα αυτά. Εκείνα τα χρόνια, μετά τον εμφύλιο, έγινε χειρότερο πογκρόμ. Τότε μπήκε ο γύψος!

Παρ’ όλα αυτά, την ώρα της βίας υπάρχουν ευθύνες παντού. Χρειάζονται δύο πλευρές για έναν εμφύλιο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ζευγάρια. Δεν υπάρχει ζευγάρι που να έχει χωρίσει και να φταίει ο ένας μόνο.

Κρ.Π.: Όταν ένα ζευγάρι φτάνει στον χωρισμό, τον συγκατασκευάζει, όπως συγκατασκεύαζε και τη σχέση του, νωρίτερα. Όμως, το αν θα τιμήσεις, και πώς, και πόσο, κάποιον που χώρισες, είναι άλλο θέμα...

Β.Ρ.: Ε, λοιπόν, η Δεξιά, δηλαδή ο νικητής του εμφυλίου, δεν σεβάστηκε καθόλου και δεν τίμησε καθόλου την Αριστερά, με την οποία ντεφάκτο συνυπήρχαν.

Οι Από Πάνω κέρδισαν στην αναμέτρηση και όχι μόνο δεν τίμησαν, αλλά αντίθετα ατίμασαν και εξανδραπόδισαν τους Από Κάτω που είχαν ηττηθεί. Αντί για ένωση και μάλιστα από έρωτα, το ζευγάρι των προνομιούχων και των μη-προνομιούχων έχει παρελθόν αβυσσαλέας φαγωμάρας εδώ σ’ εμάς. Έχουν ανοίξει μεγάλες πληγές, φανερές και κρυφές.

Κρ.Π.: Κι αν ένα... ζευγάρι δεν μπορεί να διαχειριστεί τα θέματά του φτάνοντας στο χωρισμό τιμώντας ο ένας τον άλλον, τότε πώς μπορεί να διαχειριστεί μια ολόκληρη κοινωνία τα θέματα της, τις διαφωνίες της;

Β.Ρ.: Ε, γι’ αυτό έχουμε φτάσει εδώ που φτάσαμε.-

http://tvxs.gr/

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Ξεχάσαμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, κι αυτό είναι αρκετό...


Η Νέα Ελλάδα που έρχεται...

Μήπως είμαστε και στο τέλος της νεοελληνικής περιόδου με τις κατά καιρούς … ξενόφερτες κυβερνήσεις από το 1821 μέχρι σήμερα; Όπως και να έχει, πάντως, το σίγουρο είναι ότι ξημερώνει μία Νέα Ελλάδα. Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα κρατήσει η νύχτα (οι ενδείξεις λένε όχι πολύ) αλλά το ξημέρωμα θα βρει τους Έλληνες των αρχών και των αξιών. Τους ανθρώπων των ιδεών και των αποτελεσμάτων. Τους οραματιστές της ελληνικής κουλτούρας και της πανανθρώπινης αλληλεγγύης. Τους εκφραστές της ισονομίας και της δικαιοσύνης. Τους εραστές της αμεσοδημοκρατίας και της συμμετοχικότητας. Θα συναντηθούν τα ανήσυχα πνεύματα που έχουν σπάσει τα δεσμά των γεωγραφικών και χρονικών προσδιορισμών μέσα από την πολιτιστική και πολιτισμική διαχρονικότητα. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία θα δημιουργηθεί μία νέα πραγματικότητα. Η Νέα Ελλάδα που έρχεται…

Η Νέα Ελλάδα που έρχεται...

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Μάλλον εδώ υπάρχει μια ελπίδα, η τελευταία ελπίδα...


Πώς ζούμε σήμερα; Πώς ζούμε εδώ και μερικές δεκαετίες;
Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά.

Ι. Η παγκοσμιοποιημένη Αγορά. Η παγκοσμιοποιημένη Αγορά καθορίζει την παραμικρή επιλογή του σύγχρονου πολίτη· η διεθνής αγορά, η αγορά των συγχωνευμένων υπερεταιριών και ομίλων, η χρηματιστηριακή αγορά. Από την τροφή ως την εκπαίδευση κι από το περιβάλλον έως την διασκέδαση. Όποια μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας δεν έχει αφετηρία και τέλος αυτή την υπερσυγκεντρωτική αγορά καταδικάζεται σε ιστορικό θάνατο.

ΙΙ. Η άυλη ζωή. Στον κόσμο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς τα πάντα μεταμφιέζονται ταχύτατα σε οικονομικό μέγεθος, σε μετρήσιμο προϊόν, σε ανταλλακτική αξία. Στοιχειώδεις ανθρωπιστικές αξίες και δικαιώματα του πολίτη, καταγράφονται μόνον ως ψηφία στους οικονομικούς και στατιστικούς πίνακες. Με τη σειρά τους αυτά ενσωματώνονται στον αναπτυξιακό δείκτη των κυβερνήσεων, των κρατών, των οργανισμών και αποκτούν βαθμιαία άυλη υπόσταση. Έτσι μεταμορφωμένα παρακάμπτουν τον λαϊκό έλεγχο, «ξεφεύγουν» από τις μαζικές διεκδικήσεις, αποσυνδέονται από τις ιστορικά κατοχυρωμένες κοινωνικές ανάγκες.

ΙΙΙ. Η εικονική πραγματικότητα. Όταν οι πραγματικές ανάγκες μεταμφιέζονται στην άυλη διάστασή τους, τότε η κριτική, η παρέμβαση, η συμμετοχή, η σύγκρουση, ο ανταγωνισμός, η αλήθεια, το ψέμα, το ηθικό, το ανήθικο, το νόμιμο, το παράνομο, ελαχιστοποιούνται στην εικονική τους εκδοχή: εφόσον δίκαιο είναι αποκλειστικά το δίκαιο της τηλεόρασης ή της όποιας μεντιατικής εικόνας, το θεσμικό δίκαιο, σε όποια εκδοχή του άσπρη, μαύρη, ή γκρι, συρρικνώνεται απελπιστικά: υποβιβάζεται σε είδηση, σε εφήμερη γραφή και αναλώσιμο λόγο, σε κάτι ολότελα αλλότριο από τη θεμελιώδη κοινωνική ανάγκη που το γέννησε.

ΙV. Η πολιτιστική «εξίσωση» (american dream). Σ’ αυτή την εικονική πραγματικότητα το μέσο είναι περισσότερο από ποτέ το μήνυμα: το 90% των εικόνων που κυριαρχεί στον πλανήτη (made in U.S.A.) κυβερνά ανεξέλεγκτα τον πλανήτη. Η γλώσσα με τη μεγαλύτερη διάδοση στον πλανήτη (made in U.S.A.) κυβερνά ανεξέλεγκτα τον πλανήτη. Ιστορικές κουλτούρες και κοινωνικές συμπεριφορές ισοπεδώνονται καθημερινά η μία μετά την άλλη. Πεθαίνουν χωρίς οι χρήστες τους να το συνειδητοποιούν. Η πολιτισμική διαφορετικότητα δεν απασχολεί κανέναν. Πολίτες, ή προλετάριοι ή καταναλωτές όλου του κόσμου, παραμένουμε όλοι απελπιστικά ίσοι, δούλοι υπό την κυριαρχία της μίας εικόνας, της μίας γλώσσας και του ενός εικονικού / αγοραίου πολιτισμού. 

V. Το όπιο του λαού. Δεν είναι πια η θρησκεία. Το πραγματικό όπιο, η πραγματική θρησκεία είναι, εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, το κέρδος που παράγεται (εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, ανήθικα) έξω από την πραγματική οικονομία. Όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού κερδίζουν πια τη ζωή τους μέσα από πρακτικές που στο παρελθόν θα φαίνονταν απλά εγκληματικές, ανήθικες, εκβιαστικές, ληστρικές, βάρβαρες, κλπ. Και παράλληλα, όλο και πιο μεγάλες ομάδες πληθυσμού έχουν προετοιμαστεί ψυχικά και ηθικά για να (ξε)πουλήσουν τα πάντα: το σώμα τους, το περιβάλλον, τη χώρα, την πολιτιστική κληρονομιά, την ηθική, την αισθητική, τις αξίες, την κόρη τους, τη γνώση, και πριν απ’ όλα, τις ελπίδες για έναν ανθρωπινότερο κόσμο.

Γι’ αυτό και:
Ποτέ πριν στην Ιστορία η ανοχή μεγάλων ομάδων του πληθυσμού στην πολιτική διαφθορά δεν είχε συντηρήσει τόσο εύκολα την πολιτική διαφθορά.
Γι’ αυτό και:
Ποτέ πριν το μυθοποιημένο american dream, δεν είχε κατακτήσει σε τέτοια οικουμενική έκταση τη μορφή πανανθρώπινης αξίας – όσο τις δύο τρεις τελευταίες δεκαετίες, μέσα από την εκφυλισμένη, μεταμοντέρνα εκδοχή του της politically correct συναίνεσης.
Γι’ αυτό και:
Ποτέ πριν η συνείδηση του πολίτη δεν είχε βιώσει τόση μοναξιά απέναντι στην αγριότητα του χρηματιστηριακού / τραπεζικού κέρδους. Δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω να διεκδικήσει, να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων μαζί σου εναντίον αυτής της αγριότητας. Επειδή κανένα κοινωνικό όραμα, καμία οικουμενική πίστη, καμία κοινωνική προσδοκία δεν σε οπλίζει πειστικά εναντίον του οικουμενικού εχθρού. Που και που ενώνεις τη φωνή σου με τις σποραδικές φωνές ευκαιριακών αγανακτισμένων που γρήγορα πνίγονται στην καταβόθρα του μεντιατικού θεάματος. Αλλά ξέρεις: Φωνή βοώντων.

Οπότε:
Ό,τι κι αν κάνω σήμερα, γνωρίζω πως αυτό: (σύμφωνα με το δεδομένο Ι) πρέπει οπωσδήποτε να είναι «ανταγωνιστικό» στην Αγορά· δεν μπορώ να κάνω πλέον κάτι επειδή με σπρώχνει μια απλή επιθυμία, μια ισχυρή πεποίθηση, μια δυνατή αγάπη, μια συγκλονιστική πίστη – ούτε καν από βιολογική ανάγκη, από απλή ανάγκη για γνώση, αλληλεγγύη, συγκίνηση, απόλαυση, ομορφιά. Αν κάνω κάτι επειδή θέλω να ικανοποιήσω κάποια από τις προηγούμενες ανάγκες, τότε: (σύμφωνα με το ΙΙ) η δραστηριότητά μου δεν θα μπορεί να μετρηθεί, να καταχωρηθεί, να εξυπηρετήσει, να «χρηματοδοτηθεί», να υπάρξει.
Αν τυχόν θελήσω να διαμαρτυρηθώ, τότε (σύμφωνα με το ΙΙΙ) θα γελοιοποιηθώ ή θα εξοντωθώ τάχιστα ως μεντιατικό θέαμα· αντιθέτως, αν θελήσω να παίξω με τους διεθνείς κανόνες του παγκοσμιοποιημένου παιχνιδιού τότε (σύμφωνα με το ΙV) θα ηττηθώ κατά κράτος από τον βομβαρδισμό του 90% της μιας εικόνας και γλώσσας. Κι ωστόσο, για να ζήσω κάπως, οφείλω να δεχθώ τον ύψιστο ρυθμιστικό κανόνα (τον V) συν τα άλλα δεδομένα της δουλείας – άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Συναινώ, άρα υπάρχω.

Τελικά (1):
Ιδού γιατί αυτά τα μυριοσυζητημένα δεδομένα της οικουμενικής ζωής δεσμεύουν τις καθημερινές μου αποφάσεις. Δεν μπορώ να τα αγνοήσω. Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι είμαι απλώς απαισιόδοξος. Δεν μπορώ να επαναλάβω ότι τα ξέρω ως πασίγνωστα και άρα να επιστρέψω ήσυχος στις βιοτικές μου έγνοιες…
Υπάρχει άραγε μια πολιτική που βλέπει τον τόπο με τα μάτια αυτών των οικουμενικών δεδομένων; υπάρχει μια πολιτική που μετατρέπει αυτά τα δεδομένα σε στρατηγική της, σε μορφές αυξημένης επαγρύπνησης και διεκδίκησης; Υπάρχει μια πολιτική που μπορεί να ιδεί πιο πέρα από τα μικροπολιτικά συμπλέγματά της; Αν δεν υπάρχει αυτή η πολιτική, τότε δεν υπάρχει καμμία άλλη που να μπορεί να ονομαστεί αριστερή, ριζοσπαστική πολιτική.
Την εποχή της άγριας κερδοθηρίας, το να διεκδικείς περισσότερο χρήμα για συνταξιούχους που παίζουν τη σύνταξή τους στο χρηματιστήριο, περισσότερο χρήμα για αγρότες που ξεπουλάνε ασυνείδητα τα πάντα, περισσότερο χρήμα για εργαζόμενους που μαραίνουν τη ζωή τους σε σαράντα διαφορετικές δουλειές για να βάλουν πλακάκια «πολυτελείας» στο μπάνιο, περισσότερο χρήμα για ανθρώπους που πληρώνουν απίθανους λογαριασμούς στα κινητά, στη μόδα και στα μπουζούκια, είναι καθαρή απάτη.
Ευλογείς με τον παρωχημένο αντίλογό σου τη μικρή θεσούλα που σου εξασφάλισε η χρηματισμένη εποχή στο περιθώριο των εξελίξεων.
Η αριστερά σήμερα δεν έχει άλλη επιλογή: ή θα αρθεί στο ύψος αυτών των ασφυκτικών δεδομένων, συσπειρώνοντας τους πολίτες στην οικουμενική ουσία των πραγμάτων, ή θα καταποντιστεί στους μικρολογαριασμούς των συντεχνιών και στην ιστορική της αυταρέσκεια.
Τελικά (2):
Ιδού για ποιον λόγο κανείς και πουθενά δεν βλέπει σήμερα διέξοδο, πραγματική διέξοδο, από την κρίση. Ιδού γιατί η κρίση δεν είναι οικονομική αλλά κοινωνική, και δεν είναι ελληνική, αλλά οικουμενική. Ιδού γιατί όλοι αισθανόμαστε σήμερα αμήχανοι, απροστάτευτοι, ευνουχισμένοι, ανάπηροι, τραυματισμένοι, θλιμένοι. Και γιατί όλοι μαζί αισθανόμαστε απελπιστικά μόνοι.
Ιδού γιατί κάποιος κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να ψελλίζει, όπου μπορεί, όπως μπορεί: Είμαστε όλοι Έλληνες. Αναζητούμε όλοι, παντού στον πλανήτη, μια νέου τύπου Αλληλεγγύη, μια νέα Solidarność που θα μας επιτρέψει να πολεμήσουμε μέχρις εσχάτων, ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να αλλάξουν αυτά τα απάνθρωπα δεδομένα της ζωής μας.-

Σε μια πρώτη εκδοχή, αλλά με τα ίδια ΑΚΡΙΒΩΣ δεδομένα, το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Αυγή το 2001 και στη συνέχεια ενσωματώθηκε με κάποιες μικροαλλαγές στην επιστολική νουβέλα Τα δεδομένα της ζωής μας (Μάρτιος 2002). Δώδεκα χρόνια μετά ξαναδιαβάζοντάς το προσπαθώ να δω τι άλλαξε από τότε.
Τώρα που το διάβασε και ο αναγνώστης καταλαβαίνει τι άλλαξε. Όλα σήμερα είναι πιο φανερά. Όλα σήμερα είναι πιο διεφθαρμένα στην κοινωνική ζωή. Η αγριότητα του χρηματιστηριακού κεφαλαίου έχει ξεπεράσει κάθε φαντασία.
Ο εκφασισμός της ζωής, φυσιολογικό επακόλουθο αυτών των δεδομένων, τώρα απασχολεί τους πάντες. Θυμάμαι ότι όταν εκδόθηκαν Τα δεδομένα της ζωής μερικοί κριτικοί ενοχλήθηκαν που έκανα τόσο εμφανή λόγο για πολιτική. Επειδή τότε κανείς δεν ήθελε να ακούει για πολιτική.
Μιλούσες για πολιτική πριν δέκα χρόνια και οι περισσότεροι σε κοιτούσαν ως εξωτικό ζώο. Επειδή κανείς δεν ήθελε να χάσει τη γλυκειά ψευδαίσθηση που του παρείχε η γκλαμουριά της τηλεόρασης και της κουλτούρας τύπου ΚΛΙΚ, και της ψευδοπολιτικής, και των Ολυμπιακών κ.λπ. κ.λπ. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για την πολιτική επειδή η πολιτική είχε αναλάβει με λευκή επιταγή να διαχειρίζεται τα πράγματα γι' αυτούς, όπως παλιότερα η 17η Νοέμβρη.
Αυτοί, οι βολεμένοι πολίτες, κάθονταν πάντα στον καναπέ και η εκδίκηση χτυπούσε γι' αυτούς τον επιθυμητό στόχο. Όπως τώρα, οι (ξε)βολεμένοι πολίτες κάθονται αναπαυτικά στον τηλεοπτικό τους καναπέ και οι ναζιστές αναλαμβάνουν πάλι να χτυπήσουν γι' αυτούς τον επιθυμητό στόχο…
Ίσως λοιπόν η πιο σημαντική διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα να είναι ότι τώρα όλοι σιγά σιγά εμπλέκονται ξανά με την πολιτική, ξανασκέφτονται πολιτικά, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να σκεφτούν, κι αυτό συμβαίνει επειδή για πρώτη φορά στη βολεμένη τους ζωή αισθάνονται ότι πρέπει οι ίδιοι να κάνουν κάτι. Το κυριότερο: για πρώτη φορά στη ζωή τους πρέπει να σκεφτούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.
Μάλλον εδώ υπάρχει μια ελπίδα, η τελευταία ελπίδα εμπρός σ' αυτή την κρίση. Σ' έναν κόσμο που καλόμαθε να μην σκέφτεται για τον διπλανό του, σ' έναν κόσμο που ξέμαθε να διαβάζει, που ξέμαθε να συζητάει με επιχειρήματα, που ξέμαθε να ακούει τον άλλον, σ' έναν κόσμο που ξέμαθε να σκέφτεται για τον εαυτό του, σ' έναν κόσμο που συνήθισε να κρίνει τη ζωή με μοναδικό κριτήριο το κέρδος, το γρήγορο, εύκολο, κομπιναδόρικο κέρδος, σ' έναν κόσμο που δεν ήθελε να αντικρύζει την ανθρώπινη δυστυχία και που εκτόνωνε τις ενοχές του με τηλεμαραθωνίους για παιδάκια και τσουνάμια, σ' έναν κόσμο απαίδευτο, απελέκητο, απελπιστικά βολεμένο στη μικρότερη ή μεγαλύτερη εξάρτησή του από το Δημόσιο, σ' έναν κόσμο απερίσκεπτο στην κυριολεξία όταν έκλεινε δάνεια κι όταν πλήρωνε με πλαστικό χρήμα, σ' έναν τέτοιον αμόρφωτο, αγράμματο, νηπιώδη ως προς την κριτική σκέψη κόσμο, τώρα επιβάλλεται, ως τιμωρία σε αυτή την κοινωνική ύβρη, η ανάγκη να σκεφτεί, να ξανασκεφτεί, να τοποθετηθεί με κάποια μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στα υπαρκτά προβλήματα της ζωής.
Προβλήματα που δεν έχουν να κάνουν με το δεύτερο αυτοκίνητο και το εξοχικό και το ακριβό σχολείο και τα ακριβά ρούχα και όλον αυτόν τον φτηνό καταναλωτισμό για τον οποίο δεν χρέωσε μόνο τις κάρτες του αλλά την ίδια του τη ζωή, προβλήματα που έχουν να κάνουν με το ποιος είναι και πού πάει.
Και μόνον αν τα αντικρύσει κατάματα αυτά τα προβλήματα ο πρώην βολεμένος πολίτης αυτής της χώρας, μόνον τότε θα φοβηθεί ίσως, θα τρομάξει πιθανότατα, θα στερηθεί πολλά οπωσδήποτε, θα αντιμετωπίσει τη βία επίσης, αλλά θα μπορέσει επιτέλους να ανδρωθεί.
Πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει: θα καταλάβει την απλή αλήθεια που λέει ότι δεν ζεις μόνος σου σ' αυτή τη χώρα, βολεμένος στα τετραγωνικά σου και στις «οικονομίες» σου, ότι ζεις ως κοινωνικό ζώο, είτε σου αρέσει είτε όχι, ότι άρα οφείλεις να είσαι ανεκτικός στο διαφορετικό, είτε σου αρέσει είτε όχι, κι ακόμα ότι οφείλεις να είσαι αλληλέγγυος με τους πολλούς που έχουν ανάλογα προβλήματα με σένα.
Μόνο σου τίποτε δεν κάνεις σ' αυτή τη ζωή. Και μόνος σου ποτέ δεν είσαι. Αυτό είναι το κέρδος, αυτό το τίμημα κι αυτή η μόνη υπαρκτή διέξοδος από την ανθρωπιστική (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) κρίση που ζούμε σήμερα.-

H μόνη υπαρκτή διέξοδος, του Άρη Μαραγκόπουλου

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Σαλπάρω ήρεμος για τον άλλο κόσμο...

«Σαλπάρω ήρεμος για τον άλλο κόσμο. Αυτόν που αφήνω πίσω μου σίγουρα δεν είναι πια η Ελλάδα μου. Αυτός είναι άλλος τόπος με ανθρώπους άλλης φυλής. Δεν με αφορούν. Τι θέλω εγώ ανάμεσά τους; Να 'στε όλοι καλά.
Στον τάφο μου να γράψετε: Αντιστάθηκε το 1941-1944 στη ναζιστική κατοχή, το 1967-1974 στη στρατιωτική δικτατορία και το 1989-1996 στην ηθική σήψη. Μετά, στην πλημμύρα του άνοου, δεν υπάρχει αντίσταση και το μετά από την πλημμύρα αυτή δεν υπάρχει πια».

Γεώργιος - Αλέξανδρος Μαγκάκης

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Είμαστε απόγονοι της αρχαίας Ελλάδας;

[…] Εμείς εξορίσαμε την ομορφιά, οι Έλληνες πολέμησαν γι' αυτήν. Πρώτη, αλλά θεμελιώδης διαφορά. Η ελληνική σκέψη κατέφευγε πάντα στην ιδέα του μέτρου. Δεν εξώθησε τίποτε ως την υπερβολή, ούτε το θείο ούτε το λόγο, επειδή δεν αρνήθηκε τίποτε, ούτε το θείο ούτε το λόγο. Αγκάλιασε τα πάντα, εξισορροπώντας τη σκιά με το φως.
Αντίθετα η Ευρώπη μας, ριγμένη στην κατάκτηση των πάντων, είναι κόρη της Ύβρεως. Αρνιέται την ομορφιά, όπως αρνιέται ό,τι δεν εξυμνεί. Και, με διαφορετικούς έστω τρόπους, ένα μόνο εξυμνεί: τη μέλλουσα κυριαρχία της λογικής. Στην τρέλα της μεταθέτει τα ακατάλυτα όρια, και αμέσως οι σκοτεινές ερινύες ορμούν και την ξεσκίζουν. Η Νέμεσις, θεά του μέτρου, όχι της εκδίκησης, αγρυπνεί. Τιμωρεί χωρίς οίκτο όσους ξεπερνούν τα όρια.
[…] Ιδού γιατί είναι απρέπεια να διακηρύσσουμε σήμερα ότι είμαστε απόγονοι της αρχαίας Ελλάδας. Ή, τότε, είμαστε απόγονοι εξωμότες. Τοποθετήσαμε την ιστορία στο θρόνο του Θεού και βαδίζουμε προς τη θεοκρατία, όπως εκείνοι που οι Έλληνες τους αποκαλούσαν βαρβάρους και τους πολέμησαν μέχρι θανάτου στα νερά της Σαλαμίνας. […]


ΚΑΜΥ ΑΛΜΠΕΡ - Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ
Το σύντομο αυτό δοκίμιο του Καμύ γράφτηκε το 1948. Δημοσιεύτηκε στον τόμο L' Ete του Albert Camus, εκδόσεις Gallimard, 1954.
Λίγα χρόνια μετά το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Καμύ στοχάζεται πάνω στη σχέση του σύγχρονού του κόσμου με την αρχαία Ελλάδα και οργίζεται γιατί το ωραίο και το μέτρο εξορίστηκαν από την Ευρώπη.
http://www.agra.gr

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Μπορεί να αποτραπεί το ιστορικό μας τέλος;


Tο ίδιο το κράτος αλλοτριώνει μεθοδικά τη φιλοπατρία σε ιδεολόγημα, ρητόρευμα, ψυχολόγημα, δηλαδή σε εθνικισμό – το να είσαι Έλληνας λειτουργεί ακριβώς όπως το να είσαι οπαδός ποδοσφαιρικής ομάδας, «και τα μυαλά στο κάγκελο». Για ένα τέτοιο κράτος μόνο ανεγκέφαλοι θα θυσίαζαν τη ζωή τους.

Oι δυτικές κοινωνίες, λόγω μακραίωνων εθισμών στον νομικισμό, στον ωφελιμιστικό σεβασμό της σύμβασης, ταυτίζουν το κράτος με τον αποτελεσματικό εγγυητή των συμβάσεων, της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ομαλής λειτουργίας της αγοράς. Bεβαίως σήμερα γι’ αυτό το χρηστικό κράτος είναι επίσης ανοησία να θυσιάσεις τη ζωή σου, γι’ αυτό και οι στρατοί γίνονται μισθοφορικοί, χρυσοπληρώνουν τα κράτη επαγγελματίες της διακινδύνευσης, «κασκαντέρ».

Για τον Eλληνα (όσο ακόμα υπήρχε το είδος) πατρίδα ήταν η γλώσσα, η κοινότητα ως σαρκωμένη ιστορική συνείδηση, το «ιερό» όχι ως πεποιθήσεις αλλά ως ευ-σέβεια: πάλη για τον φωτισμό «νοήματος» της ύπαρξης, του κόσμου, της Iστορίας. Mόνο η επιστροφή στη γλώσσα, στην ιστορική συνείδηση ένσαρκη σε κοινότητα, στα κείμενα και στην Tέχνη που παρήγαγε η πάλη των Eλλήνων για «νόημα», μόνο μια πολιτική πρακτική που θα υπηρετήσει θεσμικά αυτή την επιστροφή, θα μπορέσει ίσως να αναστήσει τον ιστορικά νεκρό πια Eλληνισμό.

Γλώσσα, μικρή κοινότητα, σάρκα «νοήματος».

Χρήστος Γιανναράς
http://yannaras.gr